17.10.18

Ωραία Κοιμωμένη, 2018


-->
Ωραία Κοιμωμένη

Ύπνο βαθύ κοιμόμουνα, η νιότη μου σε φράχτη,
απ΄όταν δόλια μοίρα μου, σε τρύπησε τ’ αδράχτι.
Κι εκεί που συμβιβάστηκα πως ήτανε το τέλος,
ήρθες και με ξεπάγωσες και ξέρανες το έλος.
Κύμα κι αγιάζι διέσχισα, μπουνάτσα εσύ πριν φέρεις,
λόττο, τζακ πότ μου κλήρωσε, λαχείο, κουλοχέρης.
Άνθη, μπουμπούκια μου ΄μοιασαν τα βάτα και τα σκίνα,
χρώματα χίλι’ αντίκρυσα, οθόνη από ρετίνα.
Μέρα τι ήταν ρώτησα, Τετάρτη ή Δευτέρα
δίψα, λαχτάρα ένιωσα, στο πιάτο μου γραβιέρα.
Στον κόσμο εγώ που μίσησα, μαζί σου τώρα θέλω
τα πάντα να γλεντήσουμε, σαμπάνια σε μπουγέλο.
Φίλος ο εχθρός μου φαίνεται και νέκταρ η στρυχνίνη,
την πρώην σου τη δέχτηκα, λάικ κι αυτή μου δίνει.
Του γκρί το μαύρο έσβησες, το κρύο απ’ το χειμώνα
σε γάμο εγώ σε ζήτησα, μα πρώτα αρραβώνα.
Ξάφνου η ώρα πάγωσε, γαζώθηκαν τα χείλη,
κι από την άλλη κοίταξες, μου 'ρθε ο ουρανός σφοντύλι.
Λέξη να πω δεν πρόλαβα, τα στόματά μας τάφοι,
και πίσω με ξαπόστειλες στο πάνω πανω ράφι.


15.10.18

Μίσος, 2018

-->

Μισος

Μισώ τον ήλιο τον καυτό, τα σορτς, τα καλοκαίρια,
τα νιάτα μου που τα ‘παιξες σε ζάρια και μπεγλέρια
Μισώ τη φλόγα που άναβες με της καρδιάς τα σπίρτα,
τις μέρες που μου μαύρισες και κάνει μόνο νύχτα.
Μισώ όλα τα όμορφα, τα κρίνα και τα ρόδα,
νταλίκα κατά πάνω μου, κοιμόμουνα δεν το 'δα.
Μισώ τον Πύργο το Λευκό και τη Θεσσαλονίκη,
τη μάνα σου που μ’ άφησε εκτός απ’ τη διαθήκη.
Μισώ τους γάμους τις χαρές, γλέντια και πανηγύρια
καφέδες σε μνημόσυνα που πίνω ξεροσφύρια.
Μισώ τα μπράντς και τα αυγά, ψωμιά με αβοκάντο,
τα ρούχα τ’ άπλυτα, τα τζήν, που φόραγες κομάντο.
Μισώ όλους τους φίλους μου και όποιονα γελάει,
τα νήπια και τους άγιους, τον Λάμα τον Δαλάι.
Μισώ τα πάντα γύρω μου, μα πιο πολύ εμένα,
το ψέμα που με τάισες απ’ όνειρα σφαγμένα.

20.9.18

Απόψε θέλω να πεθάνω, 2018

Απόψε θέλω να πεθάνω, 2018


Βρέχει και βροντά, απόψε θέλω να πεθάνω
λουλουδιασμένη μου ζωή με μιας να σε μαράνω.
Τις πίκρες και τα λάθη σου προτού τα συγχωρέσω
φλυτζάνι μου διαβάσανε, βολούτο της νεσπρέσσο
Ήλιους χαρές μεθούσαμε, ποτε δεν ήρθε μπόρα
μέχρι που εσύ τα έφτιαξες μ’ αυτή τη σακαφιόρα.
Παπά κουμπάρο είχαμε, χλιδάτες μπονμπονιέρες
δίσκους Κριστοφλ μας στέλνανε, φλυτζάνια και σουπιέρες.
Τραγούδια με στολίζανε, η πι’ όμορφη στη χώρα
στα μαυρα εσύ με βούτηξες, σε τάφο μυροφόρα.
Τύχη μου μαύρη κι έρημη για πες μου τι χρωστάω
που τόσοι με ζητήσανε και προίκα εγώ βαστάω.
Απόψε θέλω να πεθάνω, να βγώ απ΄της ζωής τη ράγα
χίλια να με πατήσουνε παπούτσια Μπαλεντστιάγα.

21.1.14

Νησιά V 3.0 (Άγοννη Γραμμή)




Σ' αναζητώ στην έρημο, στα πέλαγα, στην Ψέριμο,
απ΄όταν μού 'πες γειά, στην πλάζ στην Ηρακλειά.
Στην Ίο εγώ ναυάγησα για σένανε τη μάγισσα
και πήγα να πνιγώ πριν πιάσω Αμοργό.
Θυμήθηκα το ξύλο που μού 'ριξες στην Τήλο
και μόνος στη Σχοινούσα, εγώ ψυχοραγούσα.
Θα πάω Αστυπάλαια να κλείσω τα κεφάλαια
και μ' ένα μάτσο αγρίμια, ξενύχτησα στα Ίμια.
Μου είπε ένα μπαρμπούνι πως σ' άρεσαν οι Φούρνοι,
στη Σκύρο αν είσαι ακόμη, ρώτησα και τα πόνυ.
Καφέ με τον κουνιάδο, αν σ' είδε του 'πα Γαύδο.
μα μου πε με σαφήνεια πως δεν θα είσαι Ρήνεια.
Για Χάλκη στη στιγμή, τραβάω εγώ κουπί
παρέα να σε βρώ, με την κυρά της Ρώ.
Θα 'ναι πολύ περίεργο αν είσαι στην Πολύαιγο
εκτός κι αν είσαι μόνη σου, σα φώκια της Αλόννησου.
Δε φεύγεις απ' τη μνήμη, θα ψάξω και στη Σύμη
που μ' άφησες το δύσμοιρο και χάθηκα στη Νίσυρο.


16.10.12

Θλίψη



Σε όρη, σ' άγρια βουνά, σ' απύθμενα πηγάδια,
θλιμμένη εγώ πριγκίπισσα, Νταϊάνα και Σοράγια.
Για κάθε μία μου χαρά, αντέχω δύο λύπες,
δίχτυ' αδειανά χωρίς ψαριά, μύδια και κωλοχτύπες.
Χέρι δε βρίσκω να πιαστώ, ώμο για ν' ακουμπήσω,
τάμα κι αν κάνω, προσευχές, τον κόρφο μου κι αν φτύσω.
Μαύρα τα βλέπω κι άραχνα τα πάντα εδώ τριγύρω
κι ένα χορό στο Ζάλογγο ξανά εγώ θα σύρω.
Λάθος στροφή πήρα εγώ και ξένο μονοπάτι,
τζάμι θολό, φύλλο ξερό και άβραστο μπασμάτι.

9.10.12

-30-

-->

-30-


Τους όρκους σου δεν κράτησες, πως θα 'μαστε για πάντα
και σαν τη γόπα μ' εσβησες πριν κλείσω τα τριάντα.
Από ζωντάνια έσφυζα, ξεχείλιζε η νιότη
σε μια βραδιά κατέστρεψα πρόσωπο και συκώτι.
Στα άστρα δε μου το 'δανε, μήτε και στο φλυτζάνι,
τέτοιο κακό που μού 'λαχε, και δάκρυ συντριβάνι.
Για σένα υπήρξα εγώ θεά, της Μήλου η Αφροδίτη,
μοντέλο, δίμετρη, φωτιά, και πόδια από γρανίτη.
Σα καλαμιά σε κάμπο πια και σκιάχτρο σε χωράφι,
τσουνάμι στον Ειρηνικό και πυρκαγιά στο Ντράφι.

8.6.11

Νησιά V 2.0






Αυτόν τον Κουασιμόδο, τον γνώρισα στη Ρόδο,
στη Σύμη ‘χε χωράφια, μου στράβωσε τα μάτια.
Στην Κω με γάμο αιφνίδιο, κατέστρωσα ένα σχέδιο,
του τα ‘φαγα, την έκανα και κρύφτηκα στα Μέθανα.
Παράλληλα στην Πάρο, μπλέκω μ’ ένα φαντάρο,
που χε ένα πτυχίο, απ’ τα ΤΕΙ στη Χίο.
Μαζί στα Κουφονήσια, με μπύρα βαρελίσια,
και σε δωμάτιο δίκλινο, αμάρτησα στην Μύκονο.
Σαν πάμε εκεί στη Θάσο, με άλλον θα το σκάσω,
με Ιταλό στη Σάμο που θα μου λέει Ti amo.
Τα χρόνια μου τα σίχτιρα, τα ξέχασα στα Κύθηρα,
που ήμουν μ’ ένα τσίτι, στα κάμπινγκ και στην Κρήτη.
Με μιά γκαζιά στο κότερο, αράξαμε στη Σκόπελο,
Σκορπιό για μία στάση, τσάι με την Ωνάση.
Θυμάμαι έναν ολόγυμνο που φίλησα στην Κάλυμνο,
δυό μπράτσα στοιβαρά, σε βάρκα στα Ψαρά.
Πάνε τα βράδια εκείνα, μόνη στη Σαλαμίνα,
μιά βίλα στη Λευκάδα, κι οι άντρες δωδεκάδα.

21.3.11

Ανοιξη στη Νεα Υορκη


Τραγούδια, γέλια σβήστηκαν κι οι γλάστρες μαραθήκαν,

βαρύς χειμώνας πέρασε κι αγάπες σκοτωθήκαν.

Η εικόνα σου ξεθώριασε, το ίδιο και οι όρκοι,

με ξέχασες σαν έφυγα στη Νέα την Υόρκη.

Ευρώ και προίκα μάζευα, το γάμο είχα στόχο,

μα τώρα όλα τά ‘φαγα στο Μπάρνεϊς και το Σόχο.

Μαζί ο,τι θα ερχόσουνα, μου είχες τάξει πέρσυ,

και βρήκα για παρηγοριά μια θεία στο Νιου Τζέρσι.

Ώμο να γείρω έψαξα, μια φίλη, μια γνωσττταν.﷽﷽﷽﷽﷽νχτυ, τι όνειρο που θα 'ή

πεθύμησα τη μάνα μου και Μακ Σαρακοστή.

Να έρθεις θα προσευχηθώ με όλη μου την πίστη,

κι αν όχι θα χαρακωθώ, πέφτω απ’ ουρανοξύστη.

Να χτύπαγες την πόρτα μου, τι όνειρο που θα ‘ταν,

κι οι γλάστρες θα ανθίζανε, το Πάσχα στο Μανχάτταν.

29.6.10

Καλοκαιρινή ποίηση vol. 7

ΠΕΛΑΓΗ

Ζέστανε την καρδιά να λιώσουνε, του έρωτα οι πάγοι,
το πρόβλημά μας άλυτο, κι ας πήγαμε στη Χάγη.
Κλείσε τα μάτια, ψάξε με, μες του μυαλού το χάρτη,
ξέχνα τις μπάτσες πού 'φαγες, ξέχνα που σ' είπα σκάρτη.
Ταξίδι δίχως γυρισμό, σε άγνωστα πελάγη,
ψάρια να τρώμε το πρωί, το βράδυ χορτοφάγοι.
Μην τα θυμάσαι τα παλιά, την μπόρα στη Μονμάρτη,
οδήγα εσύ και φίλα με, και βάζω εγώ τετάρτη.





24.6.10

Καλοκαιρινή ποίηση vol. 6 - Διεθνής Καριέρα

Summer in Greece

The weather freaks me out, I hate the foggy London,
even the food is horrible, I have no taste of onion.
I've had enough of everything, let's pack our stuff for Greece,
don't worry about the money, we 're staying at my niece.
I 'll take you to Acropolis, to see the ancient marbles,
but pray there is no strike again, and chew all day Big Bubbles.
We ll bathe all day and night in crystal clear seas,
we ll eat as much moussaka, we re gonna be obese.
Our tan will be miraculous, they 'll envy us forever,
you ll be as dark as Hussein, our Pakistani gardener.
Neither the phone will bother us, nor even will your mother,
as soon as on the table, arrives the ouzo platter.
I know a place in Mykonos, where people spill champagne,
I wonder if the IMF has asked them to explain.
I ll buy you all the souvenirs you ll ever need from "Plaka",
we ll even learn the language and greet ourselves "Malaka!".


like it? katinaki goes global!


21.6.10

Καλοκαιρινή ποίηση vol. 5


ΓΙΑ ΣΕΝΑ ΜΠΟΡΩ ΝΑ ΠΕΘΑΝΩ

Για σένα μπορώ να πεθάνω,
να σκίσω τα ρούχα που πήρα απ' το Μιλάνο.
Τη μορφή σου θα βλέπω στο στερνό μου το πλάνο,
...σ' αγάπησα και τώρα και πριν το Φουστάνο.
Για σένα μπορώ ν' αμαρτάνω,
ν' αρπάξω κάποιου άλλου το iPod το nano.
Και μέσα στο κελί για σένα θ' ανασάνω,
κι ας ξέρω πως με ξέχασες για ένα Βραζιλιάνο.
Για σένα μπορώ όλα να τα κάνω,
και με τη μάνα σου τις σχέσεις μου ν' αναθερμάνω.
Να κάθομαι μαζί της και για ώρες να υφάνω,
κι ας εύχομαι από μέσα μου να πέσει μ' αεροπλάνο




Καλοκαιρινή ποίηση vol. 4


Νησιά


Στο πλοίο γι’ Αμοργό, σε γνώρισα Γωγώ,

μαζί σου πήγα Σίκινο, και έμεινα σ’ αντίσκηνο,

Στη Ρόδο σαν με πήγες, σκοτώναμ’ όλο μύγες,

μετά στο Καστελόριζο, φακές και σπανακόρυζο.

Του χρόνου μού ‘ πες Κρήτη, και σού πα να μου λείπει.

σου κόλλησε κι η Σκιάθος, πιστεύω είναι λάθος.

Θυμάσαι που στην Κέρκυρα, με τσάντισες και σ’ έδειρα;

ξανά αυτό θα γίνει, αν πάμε Σαντορίνη.

Αν λίγο με ποθούσες, ας πάμε στις Οινούσσες

μα μου ‘πες δεν σε ψήνω, και φεύγουμε για Τήνο.

Αν όχι πάμε Θάσο, μα ούτε να την κλάσω,

σιγά μην πάω κι Ανάφη, σιγά καλέ, νισάφι!

Αν πάμε ποτέ Λέρο, δε θέλω να σε ξέρω

γιατί είναι όλοι Μύκονο, μα εμείς ποτέ – αλίμονο!

Είμαι πολύ αμφίβολος, αν είν’ ωραία η Κίμωλος

Λέσβο με την καμία, μη και σε πούν λεσβία

Την ώρα που οδηγούσα μου λές για τη Δονούσσα,

κόντεψα να τρακάρω, σιγά μην πάω και Γυάρο.

Και ξάφνου σαν ιδέα, σου έρχεται η Κέα,

ά-πα-πα θα ξεράσω, πιο χάλια κι απ’ την Κάσο.

Σαν άκουσα για Ίο, ιδέες μού ‘ρθαν δύο:

Δεν πας εσύ στην Μήλο, παρέα με το σκύλο,

να πάω εγώ στην Νάξο, και μόνος να λυσσάξω;