10.1.19

Πικρό Σούσι, 2019



Πικρό Σούσι, 2019

Πως να μοιράσουμε στα δυό αυτό που ήταν ένα
άλλος να πάρει το σταυρό και άλλος την καδένα;
Τραγούδι που θα ξεχαστεί και ράδιο που σωπάινει
μου είπε να χωρίσουμε στο Νόμπου στη Βουλιαγμένη.
Λιγόστεψε η ανάσα μου, κι ιδρώτας μ’ έχει λούσει
ξεράθηκε το στόμα μου κι είναι πικρό το σούσι.
Γάμους, μου έταζε, παιδιά, ο ήλιος πρίν να δύσει
τελείωσε το όνειρο και γέρασε κι η Βίσση.
Καρδιά μου εσύ που πίστεψες σε όρκους και σε λόγια
μόνη στο δρόμο έμεινες, κι αδέσποτο στο μπόγια.
Πάγος η φλόγα έγινε, και κρίμα το μακάρι
μα όλ’ η έννοια του ήτανε τι στόρι θα ποστάρει.
Τι θ’ απογίνω τώρα εγώ και πώς να συνεχίσω
μπουκιά να φάω δεν μπορώ και το μπλακ κοντ θ’ αφήσω.
Χήρα η νύφη είναι πιά και μπόχα η κολόνια
δάκρυσαν όλοι γύρω μου, και κλαίνε τα γκαρσόνια.
Αχ παναγιά μου δεν βαστώ, μου ήρθε κεραμίδα
η πίεση στο κόκκινο, τα νεύρα μου κοτσίδα.
Πως και γιατί δεν έμαθα, λίγη δεν είχε μπέσα
και σ’ ένα βράδυ άσπρισαν και τα μαλλιά κι η τρέσα.


20.11.18

The imaginary invalid, 2018




-->
The imaginary invalid, 2018

Δέκατα ανέβασα και ρίγη, συνάχι που δε λέει να φύγει,
και Μάη μήνα στο Ακροπόλ, γούνα εγώ φόρεσα Ετόλ.
Τα πάντα εγώ τα πέρασα και τ΄άντερα μου ξέρασα
σα να μην έφτανε αυτό, πέφτω και σπάω το γοφό.
Πριν δυο ολυμπιάδες κόλλησα μαγουλάδες
κόκκαλο έγινα κι αόρατος σαν ακτινογραφία θώρακος.
Πολύ παλιά στη Τζένη Βάνου ρήξη εγώ έπαθα τυμπάνου,
μα πρόσφατα Ρέμο – Βανδή, ξάφνου ξεβούλωσε τ’ αφτί.
Πήγα να δώ μια φίλη που εγχείρησε την κήλη
επισκεπτήριο στη Βούλα, αίμα της πήγα μιά σακούλα.
Σαν όμως έφτασα ως εκεί δεν βγάζω μια αμυγδαλή;
άδεια να πάρω κανα μήνα ή μήπως να ‘βγαζα τη σπλήνα;
Σκι όταν έκανα Ζερμάττ, τρείς μήνες έκατσα στο ΚΑΤ,
και ράφτινγκ στα γεράματα, τριάντα έκανα ράμματα.
Για λεύκανση πήγα τις προάλλες και τρείς μου βρήκανε κουφάλες,
και απ’ του Πετ Σιτι το μπαζάρ, έφυγα με καλαζάρ.
Μιά νύχτα στο Ηρώδειο γυμνό με χτύπησε καλώδιο,
και στο ‘ε σταρ ιζ μπόρν’ πνίγηκα με ποπ κόρν.
Των χοίρων η γρίπη δες λοιπόν, θα ‘ταν που έφαγα ζαμπόν,
δυσανεξία στα γιαούρτια, τούμπανο πρήζονται τα μπούτια.
Πριν πάω σε δεξίωση, αρχίζω αντιβίωση
πρόχειρη έχω στο σακίδιο και μια επισκληρίδιο.
Ψείρες κολάω από ποτήρι και σύφιλη σε μοναστήρι,
και με βεντάλια οκλαδών, νόσο των κλιματιστικών.
Γελούν μαζί μου οι παθολόγοι, οι ΩΡΛ κι οι ακτινολόγοι
όρκο κι αν δώσαν του Ιπποκράτη, γεμάτο πήραν φακελάκι.

26.10.18

Ο γύρος του κόσμου, 2018

-->

Ο γύρος του κόσμου

Λεφτά είχα στην άκρη, μαζί να πάμε Κάπρι,
και του έρωτα η βρύση, ν΄ανοίξει στο Παρίσι.
Παντου εγώ σε πήγα, στην όαση τη Σίβα,
στη Νότια την Κορέα, ταξίδι εμείς παρέα.
Σίδνεϋ Πάσχα μας καλεί, μιά θεία που έχω Αυστραλή,
και μιας που πήγαμε ευκαιρία, Νέα να πάμε Ζηλανδία.
Ντουμπάι εγώ για χρόνια, ξεσκίστηκα στα ψώνια
στην Κίνα όλο μαϊμούδες, τσάντες, μπιζού, βερμούδες.
Μπαχάρια κόκκο-κόκκο, διάλεξα στο Μαρόκο,
μισή τιμή τεφάλ, τηγάνι στο Νεπάλ.
Στο Μόντε Κάρλο άν είναι ανάγκη, ξέρω τον Κασιράγκι,
μάταια όλα και βαβέλ, Χριστούγεννα στην Κουρσεβέλ.
Αν θες να πας Αργεντινή, μια φίλη έχω μακρινή,
ξαδέρφια στην Αστόρια, με τρία εστιατόρια.
Σε μπαρ στη Λισαβώνα, πετύχαμε Μαντόνα
τη Μίντλετον την Κέιτ, τυχαία στο Κουβέιτ.
Θέλει μεγάλη τόλμη, δίχως παλτό η Στοκχόλμη
και βράσαμε στη ζέστη παλιά στη Βουδαπέστη
Εμένα μου βρωμάει σαν πόλη η Βομβάη
μέτριο επίσης βρίσκω κι όλο το Σαν Φρανσίσκο.
Στου Ρίου την αρένα, χόρεψα μακαρένα
κι ένα καρσιλαμά, στην πόλη του Παναμά.
Μ’ έκλεψε ένας μαλάκας στο δρόμο για Καράκας
καινούργιο άιφον κινητό, έχασα εγώ στη Βυρηττό.
Να ‘ναι ωραία άραγες, εκεί στου Μπουένος Άιρες
αν είναι μούφα πάμε αλλού, στους Ίνκας πάνω στο Περού.
Μου ‘πανε εγώ θα μαγευτώ, Τουλούμ σαν πάω στο Μεξικό
και μαυρισμα τρελό Σαχάρα, μπριζόλα έγινα στη σχάρα.
Στου Νείλου εγώ την κρουαζιέρα, ώρα μετάνοιωσα και μέρα
και το αερόστατο βλακεία, που ΄κανα στην Καππαδοκία.
Θυμάμαι πήγαν να μας ΄φάν τα φίδια τότε στο Σουδάν,
μούρη με μούρη με λιοντάρι, στην έρημο την Καλαχάρι.
Κοίτα που δεν της το ΄χα, να ναι καλή η Ντόχα
κι οι χώρες όλες υστερούν, απ΄όταν πήγα Καμερούν.
Γλώσσες με μάθανε πολλές, τις δώδεκα του Ισραήλ φυλές,
θρησκείες και αιρέσεις δέκα, ιμάμη γνώρισα στη Μέκκα.
Περίμενα για ώρες, το πλοίο στις Αζόρες,
στην πτήση για Βοστώνη, μου σκασ’ η σιλικόνη.
Δοκίμασα πολλές κουζίνες, και δυό σπρινγκ ρόλς στις Φιλιππίνες
ακρίδες έφαγα σουβλάκι, μες την Μπανγκόγκ σ’ ένα στενάκι.
Όμως εσένα δεν σε νοιάζει, στο Σόχο αν είμαστε ή στο Γκάζι,
και στο χωριό σου ο νους σου τρέχει, σαν τη Χαλκιδική δεν έχει.

17.10.18

Ωραία Κοιμωμένη, 2018


-->
Ωραία Κοιμωμένη

Ύπνο βαθύ κοιμόμουνα, η νιότη μου σε φράχτη,
απ΄όταν δόλια μοίρα μου, σε τρύπησε τ’ αδράχτι.
Κι εκεί που συμβιβάστηκα πως ήτανε το τέλος,
ήρθες και με ξεπάγωσες και ξέρανες το έλος.
Κύμα κι αγιάζι διέσχισα, μπουνάτσα εσύ πριν φέρεις,
λόττο, τζακ πότ μου κλήρωσε, λαχείο, κουλοχέρης.
Άνθη, μπουμπούκια μου ΄μοιασαν τα βάτα και τα σκίνα,
χρώματα χίλι’ αντίκρυσα, οθόνη από ρετίνα.
Μέρα τι ήταν ρώτησα, Τετάρτη ή Δευτέρα
δίψα, λαχτάρα ένιωσα, στο πιάτο μου γραβιέρα.
Στον κόσμο εγώ που μίσησα, μαζί σου τώρα θέλω
τα πάντα να γλεντήσουμε, σαμπάνια σε μπουγέλο.
Φίλος ο εχθρός μου φαίνεται και νέκταρ η στρυχνίνη,
την πρώην σου τη δέχτηκα, λάικ κι αυτή μου δίνει.
Του γκρί το μαύρο έσβησες, το κρύο απ’ το χειμώνα
σε γάμο εγώ σε ζήτησα, μα πρώτα αρραβώνα.
Ξάφνου η ώρα πάγωσε, γαζώθηκαν τα χείλη,
κι από την άλλη κοίταξες, μου 'ρθε ο ουρανός σφοντύλι.
Λέξη να πω δεν πρόλαβα, τα στόματά μας τάφοι,
και πίσω με ξαπόστειλες στο πάνω πανω ράφι.