21.6.10

Καλοκαιρινή ποίηση vol. 4


Νησιά


Στο πλοίο γι’ Αμοργό, σε γνώρισα Γωγώ,

μαζί σου πήγα Σίκινο, και έμεινα σ’ αντίσκηνο,

Στη Ρόδο σαν με πήγες, σκοτώναμ’ όλο μύγες,

μετά στο Καστελόριζο, φακές και σπανακόρυζο.

Του χρόνου μού ‘ πες Κρήτη, και σού πα να μου λείπει.

σου κόλλησε κι η Σκιάθος, πιστεύω είναι λάθος.

Θυμάσαι που στην Κέρκυρα, με τσάντισες και σ’ έδειρα;

ξανά αυτό θα γίνει, αν πάμε Σαντορίνη.

Αν λίγο με ποθούσες, ας πάμε στις Οινούσσες

μα μου ‘πες δεν σε ψήνω, και φεύγουμε για Τήνο.

Αν όχι πάμε Θάσο, μα ούτε να την κλάσω,

σιγά μην πάω κι Ανάφη, σιγά καλέ, νισάφι!

Αν πάμε ποτέ Λέρο, δε θέλω να σε ξέρω

γιατί είναι όλοι Μύκονο, μα εμείς ποτέ – αλίμονο!

Είμαι πολύ αμφίβολος, αν είν’ ωραία η Κίμωλος

Λέσβο με την καμία, μη και σε πούν λεσβία

Την ώρα που οδηγούσα μου λές για τη Δονούσσα,

κόντεψα να τρακάρω, σιγά μην πάω και Γυάρο.

Και ξάφνου σαν ιδέα, σου έρχεται η Κέα,

ά-πα-πα θα ξεράσω, πιο χάλια κι απ’ την Κάσο.

Σαν άκουσα για Ίο, ιδέες μού ‘ρθαν δύο:

Δεν πας εσύ στην Μήλο, παρέα με το σκύλο,

να πάω εγώ στην Νάξο, και μόνος να λυσσάξω;