31.8.19

Ένα διαφορετικό ποίημα, 2019


Ένα διαφορετικό ποίημα, 2019


Το ποίημα το σημερινό, δε θα ‘ναι σαν τα άλλα,
που κάτω γέρνουν τη χαρά, στης μοίρας την τραμπάλα.

Πίσω θ´ αφήσω τους καημούς και όσα έχω περάσει,
τα πλην και όλα τα μηδέν, να πάρει το φαράσι.

Κανέναν δεν θα αφορά και δε τ´ αφιερώνω,
χάδι θα είναι στα αυτιά, το στόμα θα λιγώνω.

Λόγια μεστά από καρδιάς, κελαρυστό τραγούδι,
παιδούλα κάνουν τη γριά, το διάολο αγγελούδι.

Θα το διαβάζουν οι τρελοί και λογικοί θα γίνουν,
νόημα θά ‘βρουν και οι χαζοί κι εξίσωση θα λύνουν.

Μες της πιστής μια προσευχή, στην Παναγιά της Τήνου,
στα λύκεια μάθημα θα μπει, σε δίσκο της Κοκκίνου.

Όμως η ώρα πέρασε, να γράφω δεν αρχίζω,
και με προλόγους και σασπένς, κάθομαι και στα πρήζω.

Μάταια στύβω το μυαλό, μπας και ιδέα στάξει,
«Ουάου» τ´ «αμάν» να μου φανεί, και το «σκατά»: «εντάξει».

Μόνο σουξέ θα γράφω εγώ, σαν τον παλίο καλό καιρό,
«στο πλοίο γι’ Αμοργό, σε γνώρισα Γωγώ»

Ρέκβιεμ για το καλοκαίρι, 2019



Ρέκβιεμ για το καλοκαίρι, 2019

Ανοίγω τα παράθυρα, πάει κι αυτό το βράδυ,
μ´αντι του ήλιου να ´μπει φως, μπαίνει ξανά σκοτάδι.

Αίμα στις φλέβες δεν κυλά, λαλιά πια δε μου βγαίνει,
χορεύει όλο το νησί, στην άκρη εγώ καημένη.

Το πλοιο που με έφερε, σε ξέρα ας είχε πέσει,
προτού μ’ αυτην σ´ αντικριζα κι οι διακοπές μου φέσι.

Σε μπαρ και σε περίπτερα απ έξω δεν περνάω,
μη και τυχόν μαζί σας δω, κι αρχίσω το τσιγάρο.

Φίλες δεν έχω πειστικές, τον πόνο να μοιράσω,
στις πίκρες δεν μου στάθηκαν, μα ούτε να τις κλάσω.

Μόνη κουπι εγώ τραβώ, και πνίγομαι στο κλάμα,
σαν ειρωνεία τραγική, μελό κι αρχαίο δράμα.

Δεν ξέρω τι ειν´ καλύτερο, αυτή να παρατήσεις, 
ή μήπως με τ´ αμάξι σου με μιας να με πατήσεις.

Με λύσσα εγω το πρόσμενα αυτό το καλοκαίρι,
με άλλη όμως το γλεντάς, κατάπια εγώ μαχαίρι. 

Τα άνθη όλα κιτρίνισαν και πέσαν τα μπουμπούκια,
Μνημόσυνο είν´ το γλέντι πια και ρέκβιεμ τα μπουζούκια.

Μοίρα μου που με πρόδωσες, θαρρείς πως είναι αστείο,
καλύτερα να ήμουνα τον Αύγουστο γραφείο.

16.5.19

Για να σε βρω, 2019




Για να σε βρω, 2019

Σ’ όλου του κόσμου τα στενά, σε όρη και ποτάμια
να ψάξουν βάζω να σε βρούν κι απλώνω τα πλοκάμια.
Για μια στιγμή που ζήσαμε, μία ζωή χαρίζω
σαν το σκυλί  στα χνάρια σου, κάθε γωνιά μυρίζω.
Ρωτώ να μάθω σε χωριά, στις πόλεις πήγα όλες
σε καφετζού σε ντέντεκτιβ, φίλους και κουτσομπόλες.
Ξανθά μαλλιά, φρύδια σμιχτά και βλέματα σαν σφαίρες
χτενίζω κάμπους, πέλαγα, ωκεανούς και ξέρες.
Τηλέφωνο σαν μού ‘δωσες, μπερδεύτηκαν τα πλήκτρα
σαράντα κάνω πυρετό και οι παλμοί σφυρίχτρα.
Το μέρος που σ΄αντάμωσα τρεις μήνες έχει κλείσει
μα φλόγες καίνε μέσα μου, σαν δράκος της Καλίσι.
Άραγε εσύ μ’ αναζητάς, στο νού σου είμαι ακόμα;
ή τίτλους τέλους έβαλες και στο μπουκάλι πώμα;
Για σένα χρήμα θ’ αρνηθώ, την κάθε ματαιότητα
τάμα, κερί στην Παναγιά και φτιάχνω φανουρόπιτα.
Ξημέρωσες τη νύχτα μου και άνοιξες της πύλες
εικόνα ήσουν βιβλική, βοηθούσαν κι οι τεκίλες.
Για να σε βρώ είμαι ικανός τα βράχια να κουνήσω
στη Νοτρ Νταμ σκεπή να μπώ, τα Ελγίνεια να γυρίσω.
Υπομονή του Ιώβ εγώ, φασούλι το φασούλι
στο τέλος άκρη αν δεν βρώ, θα πάω στη Νικολούλη.

10.1.19

Πικρό Σούσι, 2019



Πικρό Σούσι, 2019

Πως να μοιράσουμε στα δυό αυτό που ήταν ένα
άλλος να πάρει το σταυρό και άλλος την καδένα;
Τραγούδι που θα ξεχαστεί και ράδιο που σωπάινει
μου είπε να χωρίσουμε στο Νόμπου στη Βουλιαγμένη.
Λιγόστεψε η ανάσα μου, κι ιδρώτας μ’ έχει λούσει
ξεράθηκε το στόμα μου κι είναι πικρό το σούσι.
Γάμους, μου έταζε, παιδιά, ο ήλιος πρίν να δύσει
τελείωσε το όνειρο και γέρασε κι η Βίσση.
Καρδιά μου εσύ που πίστεψες σε όρκους και σε λόγια
μόνη στο δρόμο έμεινες, κι αδέσποτο στο μπόγια.
Πάγος η φλόγα έγινε, και κρίμα το μακάρι
μα όλ’ η έννοια του ήτανε τι στόρι θα ποστάρει.
Τι θ’ απογίνω τώρα εγώ και πώς να συνεχίσω
μπουκιά να φάω δεν μπορώ και το μπλακ κοντ θ’ αφήσω.
Χήρα η νύφη είναι πιά και μπόχα η κολόνια
δάκρυσαν όλοι γύρω μου, και κλαίνε τα γκαρσόνια.
Αχ παναγιά μου δεν βαστώ, μου ήρθε κεραμίδα
η πίεση στο κόκκινο, τα νεύρα μου κοτσίδα.
Πως και γιατί δεν έμαθα, λίγη δεν είχε μπέσα
και σ’ ένα βράδυ άσπρισαν και τα μαλλιά κι η τρέσα.


20.11.18

The imaginary invalid, 2018




-->
The imaginary invalid, 2018

Δέκατα ανέβασα και ρίγη, συνάχι που δε λέει να φύγει,
και Μάη μήνα στο Ακροπόλ, γούνα εγώ φόρεσα Ετόλ.
Τα πάντα εγώ τα πέρασα και τ΄άντερα μου ξέρασα
σα να μην έφτανε αυτό, πέφτω και σπάω το γοφό.
Πριν δυο ολυμπιάδες κόλλησα μαγουλάδες
κόκκαλο έγινα κι αόρατος σαν ακτινογραφία θώρακος.
Πολύ παλιά στη Τζένη Βάνου ρήξη εγώ έπαθα τυμπάνου,
μα πρόσφατα Ρέμο – Βανδή, ξάφνου ξεβούλωσε τ’ αφτί.
Πήγα να δώ μια φίλη που εγχείρησε την κήλη
επισκεπτήριο στη Βούλα, αίμα της πήγα μιά σακούλα.
Σαν όμως έφτασα ως εκεί δεν βγάζω μια αμυγδαλή;
άδεια να πάρω κανα μήνα ή μήπως να ‘βγαζα τη σπλήνα;
Σκι όταν έκανα Ζερμάττ, τρείς μήνες έκατσα στο ΚΑΤ,
και ράφτινγκ στα γεράματα, τριάντα έκανα ράμματα.
Για λεύκανση πήγα τις προάλλες και τρείς μου βρήκανε κουφάλες,
και απ’ του Πετ Σιτι το μπαζάρ, έφυγα με καλαζάρ.
Μιά νύχτα στο Ηρώδειο γυμνό με χτύπησε καλώδιο,
και στο ‘ε σταρ ιζ μπόρν’ πνίγηκα με ποπ κόρν.
Των χοίρων η γρίπη δες λοιπόν, θα ‘ταν που έφαγα ζαμπόν,
δυσανεξία στα γιαούρτια, τούμπανο πρήζονται τα μπούτια.
Πριν πάω σε δεξίωση, αρχίζω αντιβίωση
πρόχειρη έχω στο σακίδιο και μια επισκληρίδιο.
Ψείρες κολάω από ποτήρι και σύφιλη σε μοναστήρι,
και με βεντάλια οκλαδών, νόσο των κλιματιστικών.
Γελούν μαζί μου οι παθολόγοι, οι ΩΡΛ κι οι ακτινολόγοι
όρκο κι αν δώσαν του Ιπποκράτη, γεμάτο πήραν φακελάκι.